Back to Top
Τηλ. επικοινωνίας : 22210.62743 | Email: el.politias@cyta.gr
Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014


Πίτσα Καπιτσινέα, Εθνικό Θέατρο

ΤΟ "ΤΡΑΓΙΚΟ" ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ.  ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ (σε τρία μέρη), του Δημ. Αντωνίου, ιατρού

Η Τραγωδία στον Αριστοτέλη

Ο Πλάτων καταδικάζει την Τέχνη –το 10ο βιβλίο της Πολιτείας του-για δύο λόγους: Πρώτα διότι αυτή ως μίμηση με ατελή αισθητά μέσα, ατελών επίσης αισθητών πραγμάτων, δεν συνιστά έγκυρη πηγή γνώσης των αιωνίων και τελείως Ιδεών και δεύτερον, διότι η τραγωδία εξάπτει τα ψυχικά πάθη της ψυχής που ανήκουν στην άλογη σφαίρα της, έξω από τον έλεγχο του ελλόγου μέρους της, κάτι που δεν συνάδει με την κατά τον Λόγο και την ηθική βίωση του ανθρώπου: «Ο ποιητής το αγανακτητικόν ήθος εγείρει της ψυχής και τρέφει και ισχυρών ποιών  απόλλυσι το λογιστικόν». Τα δύο αυτά επιχειρήματα του δασκάλου του κατά της Τέχνης επιχειρεί να αντικρούσει το Αριστοτέλης στο «Περί Ποιητικής» έργο του, στο οποίο εκθέτει τους όρους της υψηλής ποίησης στην μορφή της τραγωδίας και της εποποιίας, οι οποίες διαφέρουν κυρίως κατά το ότι η τελευταία είναι μόνο απαγγελία κι έχει μακρυτέρα (πέραν της ημέρας) διάρκεια.
Ο διάσιμος ορισμός της τραγωδίας κατά τον Αριστοτέλη είναι ο εξής:

«Έστιν ούν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας….δι ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
«Τραγωδία είναι μίμηση μιας σοβαρής και τέλειας πράξεως, που έχει μέγεθος ηδυσμένο από τον λόγο, με ξεχωριστό το κάθε είδος ηδύσματος στα μέρη της, που παρουσιάζεται με δράση και όχι με απαγγελία και με το έλεος και το φόβο πραγματοποιεί την κάθαρσι από τα ανάλογα παθήματα. Ηδυσμένο λόγο ονομάζω το λόγο που έχει ρυθμό, αρμονία και μέλος…». Σε άλλο δε χωρίο προσθέτει ότι η «τραγωδία, δια της πλοκής του μύθου προκαλεί φόβο και οίκτο και φιλανθρωπία».

Στο σωζόμενο κείμενο της Ποιητικής δεν αποσαφηνίζεται η έννοια της «κάθαρσις», αλλά είναι πιθανόν να έχει κι εδώ την ίδια έννοια που έχει στον Σοφιστή (226d-228c) o Πλάτων, σύμφωνα με τον οποίο «κάθαρσις» είναι η: αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας με την σύμμετρη και αρμονική ανάπτυξη και ενέργεια των δυνάμεων που συνθέτουν την ψυχική μας ζωή» κι αυτή βέβαια συντελείται με την υποταγή των αλόγων παθών του αλόγου μέρους της ψυχής στο λογιστικόν (λογικόν) της μέρος, στην κυριαρχία του Λόγου.
Στα Ηθικά Νικομάχεια (1105b,21) δε διευκρινίζει ότι: «Λέγω δεν πάθη με επιθυμίαν, οργήν, φόβον, θάρρος, φθόνον, χαράν, φιλίαν, μίσος, πόθον, ζήλον, έλεον, όλως οις έπεται ηδονή ή λύπη».

Από τον παραπάνω Αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας φαίνεται, ότι ο οίκτος (έλεος) που νοιώθει ο θεατής για τον τραγικό ήρωα και ο φόβος της βίωσης των ίδιων με αυτόν παθών, καταλήγει στην κάθαρση του ήρωα στις συνειδήσεις των θεατών από οποιαδήποτε ενοχή του για τις πράξεις του και τα συνειδησιακά παθήματά του, εφόσον ο οίκτος και ο φόβος προκαλούνται από την διαπίστωση της κυρίαρχης μοίρας ως αιτίου των δεινών του αδυνάτου να τα ελέγξει τραγικού ήρωα, ο οποίος αντιμετωπίζει την τραγικότητά του με μεγαλειώδη αξιοπρέπεια και μεγαλείο ψυχής. Ο τραγικός ήρωας από αξιολύπητος θνητός, αξιώνεται στις συνειδήσεις των θεατών σε μεγαλοπρεπή ήρωα, άξιον θαυμασμού και μίμησης, ένα πραγματικό παράδειγμα ψυχικής μεγαλοπρέπειας.

Δια της δια της «μίμησης πράξεως σπουδαίας και τελείας(*)» του τραγικού ήρωα, επέρχεται η κάθαρση των αλόγων ψυχικών «παθημάτων-παθών» «ελέους και φόβου» των θεατών προς αυτόν,  από την «άλογη» ιδιότητά των και από την  αναφορά των στα καθημερινά, γήινα, φθαρτά και σε ατελή αναφερόμενα και την αναβάπτισή των σε «έλλογα πάθη» αρμονιζόμενα με τον Λόγο, ανατείνοντας έτσι την ανθρώπινη ψυχή του τραγικού ήρωα (αλλά και του θεατή που παραδειγματίζεται από αυτόν) προς τα αιώνια, τα τέλεια, πνευματικοποιώντας την γήινη φύση της και κάνοντάς την μέτοχη της θείας φύσης της. Η κάθαρση των αλόγων «παθών» και δι αυτής η «θεικότητα» και «αθανασία» του ανθρώπου, συντελείται δια της χαλιναγωγήσεως αυτών υπό του Λόγου, αρμονίζοντας έτσι την ζωή του ανθρώπου προς τις επιταγές του Λόγου και του Ήθους, προσανατολίζοντας την βίωσή τους προς τα καθολικά, τα αιώνια, τα υπερβατολογικά αυτού, σύμφωνα με τις επιταγές της Ηθικής και του Αγαθού (Θείου).

(*) τίποτα προστιθέμενο στην τελεία πράξη δεν την καθιστά τελειωτέρα
«καθιστά δε τελείαν την ενέργεια η ηδονή»

Η κάθαρση αυτή του τραγικού ήρωα στις συνειδήσεις των θεατών, έχει ως αποτέλεσμα και την δευτερογενή ελευθέρωση του θεατή από τα δεσμά και πάθη (πόνους) της θνητής ύπαρξής του, τον απαλλάσσει από τον φόβο της θνητότητάς του, τον ελευθερώνει από την τραγωδία της συνείδησης του θανάτου την ψυχή του, καθιστάμενον αυτόν κοινωνό της θειικής του φύσης και της αθανασίας, δια του παραδειγματισμού του από την μεγαλειώδη αντιμετώπιση των δεινών από τον τραγικό ήρωα.

Η παραπάνω ερμηνεία του Αριστοτελικού ορισμού της τραγωδίας, βασίζεται στην παραδοχή ότι υποκείμενο της «κάθαρσις» είναι πρωταρχικά και κύρια «τα πάθη του ελέους και του φόβου» των θεατών που αναφέρονται στον τραγικό ήρωα, από την άλογη φύση των και την μικρότητά των και την αναβάπτισή στην υψηλή σφαίρα του Λόγου, εποχουμένου στην ανάβαση αυτή και της προσωπικότητας του τραγικού ήρωα, ο «θειοποίηση» του οποίου λειτουργεί παραδειγματικά και καθαρτικά δευτερογενώς και για τις ψυχές των θεατών.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η «κάθαρσις» είναι κυρίαρχα μια δομική της τραγωδίας ιδιότητα, υπάρχει σε αυτήν και μόνο για αυτήν (για τον τραγικό της ήρωα) και δεν αναφέρεται πρωταρχικά έξω από αυτήν, όπως π.χ. στους θεατές, οι οποίοι δέχονται την καθαρτήριο κι εξαγνιστική επίδρασή της δευτερογενώς. Η «κάθαρσις» είναι συνεπώς «προαίρεση», δηλαδή «κατά λόγον επιθυμία» που δείχνει τον χαρακτήρα και το «ήθος» του τραγικού ήρωα. Η «κάθαρσις» και την τραγωδία είναι «ηθικές αρετές» κατά τον Αριστοτέλη, όπως τις ορίζει στα Ηθικά Νικομάχεια. Η απάντηση του Αριστοτέλη στον Πλάτωνα, είναι ότι η τραγωδία δεν εξάπτει τα άλογα ψυχικά πάθη και δεν είναι συνεπώς κίνδυνος για την ηθική των νέων, αλλά αντίθετα είναι ψυχικός και ηθικός ψυχικός εξαγνισμός του ανθρώπου. Είναι υψηλή Ποίηση και υψηλή Τέχνη. Η κατά τον Αριστοτέλη καθαρτήριος δύναμη της τραγωδίας και της Τέχνης γενικότερα, ήταν η πρώτη αναβάπτιση της τέχνης από το επίπεδο της «τεχνικής», της «ενστικτώδους δεξιοτεχνίας», της «διασκέδασης», σε υψηλό επίπεδο πνευματικότητας και θρησκευτικής καθαρτηρίου ιερότητας. Ήταν η αποθέωση της Τέχνης.

Ήδη ο Πλάτων, στους Νόμους του, προς το τέλος της ζωής του αναθεωρεί την καταδικαστική της τέχνης άποψή του και την χαρακτηρίζει «παιδιάν» κι ότι προσφέρει «ηδονή αβλαβή».

Το Διονυσιακό πνεύμα αρμονικά συνδυασμένο με το Απολλώνειο Πνεύμα, εκπραγματώνεται στην τραγωδία (βλ.παρακάτω την θεωρία του Nitzsche για την γένεση της τραγωδίας στο 2ο μέρος της μελέτης).

Δια της κάθαρσης από το «άλογο» των αλόγων παθών του και την ένδυσή των με την σωτηριολογική φύση του Λόγου, ο άνθρωπος και η ψυχή του αισθάνονται την θεία φύση των μέσα στον άνθρωπο (κι όχι έξω από αυτόν, όπως η Πλατωνική ψυχή). Αυτή ακριβώς είναι και η Πλωτινική κάθαρση της ψυχής δια της θέασης του αισθητού ωραίου της Τέχνης! 
Ο θεατής βιώνει το αθάνατο θείο μέσα του, δια της καθάρσεως των γήινων, ατελών και αλόγων «παθών» του, του ελέους και του φόβου, με την τραγωδία ανακαλύπτει και την θεία φύση του. Αυτή η θεωρία του Αριστοτέλη για την καθαρτήριο ιδιότητα της τραγωδίας ως γενεσιουργού της συνειδητοποίησης της θειικότητάς του από τον άνθρωπο, αποτέλεσε την πηγή της θεωρίας του Ωραίου του Πλωτίνου ως «βίωση της Ιδέας μέσα στον κάθε άνθρωπο» κι όχι έξω από αυτόν, όπως η Πλατωνική Ιδέα. Ταυτόχρονα ο θεατής νοιώθει και ένα υπερβατολογικό «χάσιμο» της εγωιστικής ατομικότητάς του, αισθανόμενος «φιλανθρωπία» όχι μόνο για τον τραγικό ήρωα, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει το δικό του πρόσωπο, αλλά και για κάθε συνάνθρωπό του, καθιστάμενος κοινωνός των παθών όλων, ενώ η ατομική του Ψυχή «μορφοποιείται» στην Παγκόσμια Ψυχή.

O θεατής της τραγωδίας, μαζί με τα καθαρώμενα αυτά «πάθη» αισθάνεται και μια Πνευματική (όχι αισθητική) ηδονή. Η ηδονή ως σημαντικού  στοιχείου της αίσθησης του ωραίου (*) στην τέχνη, διατηρήθηκε μέχρι τον Hegel, ο οποίος πρώτος απάλλαξε την τέχνη από την προυπόθεση της ηδονής, ανάγοντας αυτήν σε καθαρή πνευματική ενέργεια.

(*) αν κι όπως είπα το «ωραίο» στον Αριστοτέλη και σε όλον τον αρχαίο κόσμο, ήταν συνώνυμο του «καλού και αγαθού» με την ηθική σημασία των λέξεων αυτών και δεν είχε την αισθητική έννοια του «ωραίου στην τέχνη» που έχει σήμερα.

Τέλος  θα επαναλάβω και πάλι την ιδεαλιστική σημασία που έχει η λέξη «μίμηση» στον ορισμό της τραγωδίας στην Ποιητική του Αριστοτέλη η οποία (λέξη «μίμηση») κι εδώ επίσης δεν σημαίνει την απλή αναπαραγωγή (αναπαράσταση) των πραγματικών ιστορικών γεγονότων, αλλά την ιδεαλιστική, καλλιτεχνική διάπλαση αυτών στην μορφή ενός ρεαλιστικού και καθαρτηρίου μύθου, που γεννήθηκε από την έμπνευση του καλλιτεχνικού πνεύματος, όπως αυτό εκφράζεται με τον Λόγο (διάνοια) αλλά και του επιθυμητικού (ορεκτικού) μέρους της ψυχής του καλλιτέχνη, υποταγμένου όμως στον Λόγο.

Από το δίτομο έργο μου: "ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ". "Το Ωραίο ως πηγή Νοήματος του Κόσμου"

Στο επόμενο: "Η Γένεση της Τραγωδίας κατά Αριστοτέλη και Fr. Nitzsche"

• Δημοσιεύθηκε από : Δημήτριος Αντωνίου
Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014 - 5:05 μ.μ.
Διαδώστε το Άρθρο...